Μία σημαντική προϋπόθεση για τη λειτουργία του κινητήρα Diesel αποτελεί η διαθεσιμότητα και η ποιότητα του καυσίμου Diesel. Για την επίτευξη απρόσκοπτης λειτουργίας, το καύσιμο και οι κινητήρες πρέπει να εναρμονίζονται τεχνικά. Το καύσιμο θα πρέπει να διατίθεται ανά πάσα στιγμή και παντού, σε οικονομική τιμή και χωρίς προβλήματα.
Οι κινητήρες Diesel της MB έχουν σχεδιαστεί για καύσιμα Diesel, τα οποία αντιστοιχούν στις εκάστοτε εθνικές και διεθνείς απαιτήσεις (στην Ευρώπη EN 590).
Συμβατικά καύσιμα Diesel
Τα συμβατικά καύσιμα Diesel, όπως χρησιμοποιούνται εδώ και πολλά χρόνια παγκοσμίως για γρήγορους πετρελαιοκινητήρες, αποτελούν ενώσεις υδρογονανθράκων, οι οποίες δημιουργούνται στα διυλιστήρια κατά την κλασματική απόσταξη του αργού πετρελαίου ανάμεσα στους 180 °C και 360 °C. Αυτές οι ενώσεις υδρογονανθράκων μπορούν να έχουν διαφορετικές μοριακές δομές, οι οποίες βέβαια παρουσιάζουν διαφορετικές ιδιότητες.
Χημική δομή του καυσίμου Diesel
Οι δυνατότητες ένωσης του τετρασθενούς άνθρακα C με το μονοσθενές υδρογόνο H είναι πολλές. Υπάρχουν γραμμικές και διαφορετικές διακλαδισμένες χημικές αλυσίδες, καθώς και διαφορετικά συστήματα δακτυλίων, κορεσμένα ή ακόρεστα, ενώ ποικίλει και ο αριθμός των πολλαπλών ενώσεων.
Τα αλκάνια είναι κεκορεσμένοι υδρογονάνθρακες αλυσιδωτής μορφής με χημικό τύπο CnH2n+2. Ονομάζονται και παραφίνες και αποτελούν ένα μεγάλο ποσοστό του καυσίμου Diesel. Οι κανονικές παραφίνες (γραμμικές) έχουν καλή αναφλεξιμότητα και δημιουργία καπνού, ωστόσο τα ρεολογικά χαρακτηριστικά στο ψύχος δεν είναι καλά. Επιπλέον, λόγω της χαμηλής πυκνότητας έχουν μειωμένη ογκομετρική θερμαντική ισχύ. Αντίθετα, οι ισοπαραφίνες (αλυσίδα με διακλαδώσεις) διαθέτουν πιο περιορισμένη αναφλεξιμότητα και καλύτερη συμπεριφορά στο ψύχος.
Τα αλκάνια είναι μη κορεσμένοι υδρογονάνθρακες αλυσιδωτής μορφής (γραμμική ή με διακλαδώσεις) με τουλάχιστον μία διπλή ένωση. Σε μια διπλή ένωση περιγράφονται με το χημικό τύπο CnH2n. Αυτές οι ενώσεις, που ονομάζονται και ολεφίνες, μοιάζουν στη συμπεριφορά με τις ισοπαραφίνες και μπορούν να οδηγήσουν στο σχηματισμό πολυμερών στερεών υλών μέσω παλαίωσης.
Τα κυκλοαλκάνια είναι κεκορεσμένοι υδρογονάνθρακες δακτυλιοειδούς μορφής με χημικό τύπο CnH2n. Αυτές οι ενώσεις, που είναι γνωστές ως κυκλοπαραφίνες ή, ακόμη καλύτερα, ως ναφθένια, έχουν μέτρια αναφλεξιμότητα, αλλά καλά ρεολογικά χαρακτηριστικά στο ψύχος. Η πυκνότητα και η ογκομετρική θερμαντική ισχύς είναι μέσου επιπέδου.
Οι αρωματικές ενώσεις, κυκλικοί υδρογονάνθρακες με διπλές ενώσεις κυκλικής σύνδεσης, διαθέτουν περιορισμένη αναφλεξιμότητα, μη ικανοποιητικά χαρακτηριστικά καπνού και μέτρια ρεολογικά χαρακτηριστικά στο ψύχος. Η πυκνότητα και η ογκομετρική θερμαντική ισχύς είναι μεγάλη.
Απαιτήσεις, ιδιότητες, χαρακτηριστικά (DIN EN 590)
Οι ιδιότητες του καυσίμου Diesel, που απαιτούνται για τη λειτουργία του κινητήρα, είτε περιγράφονται είτε τεκμηριώνονται με τη βοήθεια χαρακτηριστικών τιμών. Αυτές οι χαρακτηριστικές τιμές, οι οποίες κατά κανόνα βασίζονται σε τυποποιημένες διαδικασίες ελέγχου, μπορούν μεν να χρησιμοποιηθούν, αλλά δεν πληρούν ικανοποιητικά σε όλες τις περιπτώσεις τις απαιτήσεις για τον καθορισμό των σημαντικών ποιοτικών κριτηρίων για τη λειτουργία με καύσιμο Diesel και για την καύση στον κινητήρα. Με ένα συγκεκριμένο αριθμό τέτοιων χαρακτηριστικών τιμών, για τις οποίες έχουν καθοριστεί οριακές τιμές, δημιουργούνται πρότυπα για τις ελάχιστες απαιτήσεις.
Η προσθήκη καυσίμου Diesel για τη βελτίωση της ποιότητας είναι υποχρεωτική και έγκειται στη συνολική ευθύνη του κατασκευαστή καυσίμων (βλ. σχετικά φύλλο 119.0 "Πρόσθετα και δευτερεύουσες προσμίξεις για καύσιμα").
Αναφλεξιμότητα
Η αναφλεξιμότητα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιδιότητες του καυσίμου Diesel. Μόνο υπό προϋποθέσεις μπορεί να συγκριθεί με την αντοχή στην κρουστική καύση των καυσίμων βενζίνης. Από τεχνικής πλευράς, η αναφλεξιμότητα αποτελεί το αντίθετο της αντοχής στην κρουστική καύση.
Η αναφλεξιμότητα δηλώνεται ως αριθμός κετανίων, και μάλιστα μετριέται κατά ISO 5165 (κινητήρας CFR) ή DIN 51773 (κινητήρας ελέγχου BASF) σε τυποποιημένο κινητήρα ελέγχου και υπό καθορισμένες συνθήκες ελέγχου. Ο αριθμός κετανίων ενός καυσίμου Diesel σημαίνει ότι υπό αυτές τις συνθήκες η αναφλεξιμότητα αυτού του καυσίμου Diesel αντιστοιχεί στην αναφλεξιμότητα ενός μείγματος κετανίου (δεκαεξάνιο) και επταμεθυλεννεάνιου (το DIN 51773 χρησιμοποιεί εδώ 1-μεθυλοναφθαλένιο). Η μέθοδος αυτή έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε συμβατικά καύσιμα Diesel. Αντίθετα, ο "δείκτης κετανίων", που χρησιμοποιείται συχνά, αποτελεί ένα αριθμητικά καθορισμένο μέγεθος, το οποίο προκύπτει από φυσικά μεγέθη (π.χ. πυκνότητα, χαρακτηριστικά βρασμού). Μειώνεται η σημασία του.
Η καθυστέρηση ανάφλεξης, δηλαδή το διάστημα ανάμεσα στο ψεκασμό και την αυτανάφλεξη του καυσίμου Diesel, είναι ένα μέγεθος για την αναφλεξιμότητα. Μια καλή αναφλεξιμότητα, δηλαδή ένας υψηλός αριθμός κετανίων, σημαίνει μικρή καθυστέρηση ανάφλεξης. Αυτό είναι σημαντικό κυρίως για την εκκίνηση του κινητήρα και ιδιαίτερα κατά την εκκίνηση με κρύο κινητήρα. Ο θόρυβος του κινητήρα, καθώς και η στρωτή λειτουργία τους, εξαρτώνται από την αναφλεξιμότητα. Βάσει του DIN EN 590 ο ελάχιστος αριθμός κετανίων ορίζεται σε 51. Ωστόσο τα καλά καύσιμα που κυκλοφορούν στο εμπόριο έχουν υψηλότερο αριθμό κετανίων.
Διαδικασία βρασμού
Η διαδικασία βρασμού του καυσίμου Diesel βρίσκεται ανάμεσα στους 180 °C και 360 °C, περίπου, ενώ υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, ο κινητήρας Diesel στην οδική του συμπεριφορά δεν εξαρτάται ιδιαίτερα από τη διαδικασία βρασμού του καυσίμου όπως ο βενζινοκινητήρας. Εάν, ωστόσο, ένα μεγάλο ποσοστό του καυσίμου Diesel εξαερωθεί πάνω από τους 350 °C περίπου ή/και το τελικό σημείο βρασμού πλησιάζει τους 380 °C ή βρίσκεται ακόμη ψηλότερα, αυτό οδηγεί σε δημιουργία καπνού. Η παράταση της διαδικασίας βρασμού προς τα κάτω δεν είναι σημαντική, ωστόσο υπάρχουν και εκεί όρια.
Το ευρωπαϊκό καύσιμο Diesel έχει τρεις οριακές τιμές, δηλαδή:
Έως 250 °C εξαερώνεται μέγ. 65 % του όγκου
Έως 350 °C εξαερώνεται μέγ. 85 % του όγκου
Το σημείο 95 % του όγκου έως μέγ. 360 °C
Περιεκτικότητα σε θείο
Η περιεκτικότητα σε θείο του καυσίμου Diesel εξαρτάται από την προέλευση του αργού πετρελαίου, τις δυνατότητες αποθείωσης των διυλιστηρίων και περιορίζεται από πρότυπα/νόμους.
Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά χαρακτηριστικά για το καύσιμο Diesel και για το λόγο αυτό αναφέρεται σε μεμονωμένο φύλλο 136.0 "Θείο σε καύσιμα Diesel". Γενικά ισχύει, ότι η περιεκτικότητα σε θείο πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη.
Η μείωση της περιεκτικότητας σε θείο, που αναπτύχθηκε εδώ και η οποία έλαβε χώρα τα τελευταία χρόνια όχι μόνο στον ευρωπαϊκό αλλά και στο βορειοαμερικανικό οικονομικό χώρο, έχει εγείρει τον προβληματισμό για τη λιπαντικότητα του καυσίμου Diesel (βλ. σχετικό απόσπασμα). Με αυτό εννοείται ότι κατά τη διαδικασία αποθείωσης μειώνονται και συστατικά του καυσίμου με καλά χαρακτηριστικά λίπανσης. Ωστόσο, η ικανότητα λίπανσης του καυσίμου μπορεί να βελτιωθεί επαρκώς με την προσθήκη κατάλληλων πρόσθετων ουσιών.
Συμπεριφορά στο ψύχος
Σε πολύ χαμηλές εξωτερικές θερμοκρασίες, μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά η ρευστότητα του καυσίμου Diesel, λόγω διαχωρισμού των κρυστάλλων παραφίνης.
Οι ενώσεις υδρογονανθράκων, που γενικά είναι καλές για τη λειτουργία του πετρελαιοκινητήρα, έχουν ένα μεγάλο μειονέκτημα: δεν είναι ανθεκτικές στο ψύχος, δηλαδή παράγουν παραφίνες σε μορφή κρυστάλλων ακόμα και σε λίγους βαθμούς υπό το μηδέν. Αυτοί οι κρύσταλλοι παραφίνης, οι οποίοι "αναπτύσσονται μαζί", φράζουν το φίλτρο καυσίμου, τους σωλήνες καυσίμου και το σύστημα ψεκασμού Diesel και με αυτό τον τρόπο καθιστούν τη λειτουργία αδύνατη. Μπορεί μεν συχνά να είναι δυνατή η εκκίνηση, αλλά μετά ο κινητήρας σταματά. Δεν προκαλείται βλάβη στον κινητήρα με αυτό τον τρόπο, και μετά από κατάλληλη θέρμανση καθίσταται και πάλι δυνατή η ροή του καυσίμου.
Για την αποφυγή τέτοιων προβλημάτων, διατίθενται στην αγορά κατά τους χειμερινούς μήνες χειμερινά καύσιμα Diesel με βελτιωμένα ρεολογικά χαρακτηριστικά στο ψύχος. Τα καλά χαρακτηριστικά σε χαμηλές θερμοκρασίες προκύπτουν από ένα βασικό καύσιμο καλής ποιότητας και τη σωστή πρόσμειξη με βελτιωτικό ροής από τον κατασκευαστή. Αυτά τα καύσιμα Diesel είναι τις περισσότερες φορές κατάλληλα για τις συνήθεις εξωτερικές θερμοκρασίες.
Συνιστούμε να χρησιμοποιείτε μόνο χειμερινά καύσιμα Diesel, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στο κλίμα της περιοχής.
Σε διαδρομές σε περιοχές με χαμηλές θερμοκρασίες θα πρέπει, είτε κατά την άφιξη στον προορισμό, είτε προηγουμένως, να γίνεται ανεφοδιασμός με καύσιμο Diesel ανθεκτικό σε χαμηλές θερμοκρασίες, το οποίο διατίθεται σε συγκεκριμένες αγορές όλο το χρόνο. Πληροφορίες για τα χειμερινά καύσιμα Diesel, που χρησιμοποιούνται όλο το χρόνο, μπορείτε να ζητήσετε από τους ιδιοκτήτες πρατηρίων καυσίμων.
Στα οχήματα Mercedes-Benz υπάρχει η δυνατότητα γρήγορης προθέρμανσης του καυσίμου. Ωστόσο, σε περίπτωση ανεπαρκούς ποιότητας καυσίμου και σε συνδυασμό με πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, μπορεί να προκύψει έμφραξη του φίλτρου.
Με τεχνικές μετρήσεων γίνονται προσπάθειες κατανόησης της συμπεριφοράς των καυσίμων Diesel στο ψύχος, καθώς και του προβλήματος με το σημείο εκνέφωσης (Cloud Point), το σημείο ροής (Pour Point) και τη διηθησιμότητα (CFPP). Ωστόσο από αυτές τις παραμέτρους δεν εξάγεται ένα ασφαλές συμπέρασμα, μέχρι ποια θερμοκρασία μπορεί να λειτουργεί αξιόπιστα ένα όχημα.
Σε γενικές γραμμές, σήμερα χρησιμοποιείται η "οριακή τιμή της διηθησιμότητας" σύμφωνα με το "Cold Filter Plugging Point" (EN 116) για την αξιολόγηση των επιδόσεων σε χαμηλές θερμοκρασίες. Στη μέθοδο αυτή, η οποία ονομάζεται CFPP, καθορίζεται η κατώτατη θερμοκρασία, στην οποία ρέει ή/και αναρροφάται μια καθορισμένη ποσότητα καυσίμου μέσω ενός καθορισμένου φίλτρου σε συγκεκριμένο χρόνο. Σύμφωνα με το γερμανικό πρότυπο, ισχύουν οι παρακάτω τιμές για το CFPP:
Χρονικό διάστημα παρατήρησης | Ρεολογική χαρακτηριστικά - CFPP- Τιμή | Παρατήρηση |
15 Απριλίου έως 30 Σεπτεμβρίου | 0 °C | Καλοκαιρινό καύσιμο Diesel |
01 Μαρτίου έως 14 Απριλίου ή/και 01 Οκτωβρίου έως 15 Νοεμβρίου | -10 °C | Καύσιμο μεταβατικής περιόδου |
16 Νοεμβρίου έως 28 Φεβρουαρίου (σε δίσεκτα έτη 29 Φεβρουαρίου) | -20 °C | Χειμερινό Diesel |
Το Cloud Point είναι πάνω από το CFPP και καθορίζει τη θερμοκρασία της έναρξης ιζηματοποίησης κρυστάλλων. Κατά βάση είναι εφικτός και ο περιορισμός της δυνατότητας οδήγησης σε χαμηλές θερμοκρασίες πάνω από το CFPP – ειδικότερα σε παρατεταμένη επίδραση του ψύχους.
Σε όλα τα επιβατικά και επαγγελματικά οχήματα της Mercedes-Benz, η ανάμειξη πετρελαίου ή καυσίμου στροβίλων αεροσκαφών για τη βελτίωση της αντοχής στο ψύχος δεν επιτρέπεται πλέον λόγω πιθανών αρνητικών επιδράσεων στο σύστημα ψεκασμού Diesel εξαιτίας της ελλιπούς ικανότητας λίπανσης. Η χρήση βενζίνης απαγορεύεται λόγω επιδείνωσης της ικανότητας λίπανσης του καυσίμου και για λόγους ασφαλείας (μείωση του σημείου ανάφλεξης).
Εδώ και πολύ καιρό υπάρχουν στην αγορά βελτιωτικά ροής ως ειδικά πρόσθετα (δευτερεύοντα πρόσθετα). Σε γενικές γραμμές η εκ των υστέρων προσθήκη τους δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο ανεφοδιασμός καυσίμου Diesel με επαρκή αντοχή στο ψύχος είναι σημαντικός για την αξιόπιστη χειμερινή λειτουργία του οχήματος.
Για αρκτικές κλιματικές ζώνες υπάρχει το Polar diesel με εξαιρετικά αυξημένη αντοχή στο ψύχος. Το καύσιμο αυτό διαφοροποιείται από το καύσιμο για ήπιο κλίμα, εκτός από τα χαρακτηριστικά αντοχής στο ψύχος, στην πυκνότητα, το ιξώδες και τα χαρακτηριστικά βρασμού.
Πυκνότητα
Στην Ευρώπη, για την πυκνότητα του καυσίμου Diesel, έχει καθοριστεί μια τιμή μεταξύ 820 και 845 kg/m3 στους 15 °C. Έως το τέλος του 1999 η ανώτατη επιτρεπόμενη οριακή τιμή ήταν 860 kg/m3. Σε όλο τον κόσμο υπάρχουν αγορές με ίδιες υψηλές τιμές, εν μέρει χωρίς προδιαγραφή για την πυκνότητα.
Οι κατασκευαστές και οι προμηθευτές καυσίμων προσδίδουν μεγάλη αξία στο μεγαλύτερο δυνατό εύρος της επιτρεπόμενης πυκνότητας.
Ένα όσο το δυνατόν πιο στενά καθορισμένο ενδιάμεσο διάστημα είναι επιθυμητό υπό το πρίσμα ότι το καύσιμο αγοράζεται βάσει όγκου και η αντλία ψεκασμού τροφοδοτεί ογκομετρικά, από την άλλη, όμως, η θερμαντική ισχύς συνήθως κλιμακώνεται με την αύξηση της πυκνότητας. Δεν είναι δυνατόν, με δεδομένη ρύθμιση της αντλίας ψεκασμού, να επιτευχθεί η απαραίτητη απόδοση με ένα πολύ ελαφρύ καύσιμο (χαμηλή πυκνότητα) και να διατηρηθούν οι προκαθορισμένες τιμές καυσαερίων με ένα πολύ βαρύ καύσιμο (υψηλή πυκνότητα).
Ιξώδες
Το ιξώδες, η αντοχή του καυσίμου Diesel, είναι υπεύθυνο για τη ροή και την πρόληψη φθοράς στο σύστημα ψεκασμού Diesel και επηρεάζει την ικανότητα ψεκασμού σε πολύ μικρά σταγονίδια στο θάλαμο καύσης. Σύμφωνα με το πρότυπο EN, στους 40 °C μπορεί να ανέρχεται μεταξύ 2,0 και 4,5 mm2/s. Αυτό το μεγάλο εύρος ανοχών συνήθως δεν αξιοποιείται όλο.
Πρόσθετα
Η χρήση καλών πρόσθετων καυσίμων Diesel αποτελεί ένα αναγκαίο μακροπρόθεσμα οικονομικό μέτρο αναφορικά με την ανθεκτικότητα και καθαρότητα των κινητήρων και των συστημάτων τροφοδοσίας καυσίμου, τη διατήρηση των τιμών καυσαερίων σε χαμηλά επίπεδα καθώς και για την επίτευξη μιας συνολικά καλής συμπεριφοράς λειτουργίας.
Αναφορικά με την τροφοδοσία καυσίμων τέτοιου είδους, πρέπει να επισημαίνεται στον ιδιώτη, ότι τα πρατήρια καυσίμων, στα οποία πηγαίνει, πωλούν προϊόντα με πρόσθετα καυσίμου. Αυτό συμβαίνει συχνά, κατά τη δική μας διατυπωμένη άποψη, σε μεγάλες εταιρείες, και κυρίως σε "ανεξάρτητα" πρατήρια καυσίμων, που δεν συνεργάζονται με μεγάλους προμηθευτές. Οι μεγάλοι πελάτες πρέπει να δίνουν προσοχή κατά τις διμερείς συμφωνίες προμήθειας εμπορευμάτων με πρόσθετα.
Επισημαίνουμε ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, τα ποσοστιαία ελάχιστα πρόσθετα έξοδα καυσίμου εξισορροπούνται σε μεγάλο βαθμό με την εξοικονόμηση χρημάτων σε περιπτώσεις εργασιών επισκευής και συντήρησης. Τα συνήθη παράπονα, που μπορούν να αποφευχθούν με τη βοήθεια καλών πρόσθετων καυσίμου, είναι π.χ. το καρβούνιασμα των ακροφυσίων ψεκασμού, οι βλάβες από φθορά ή διάβρωση στο συνολικό σύστημα τροφοδοσίας καυσίμου. Εξάλλου, μέσω των συνεχώς χαμηλότερων τιμών καυσαερίων προστατεύεται και το περιβάλλον.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η ανάμιξη πρόσθετων καυσίμου, καθώς εγείρει τον προβληματισμό για τη λιπαντική ικανότητα σε καύσιμα με μικρή περιεκτικότητα θείου (βλ. ενότητα "Λιπαντική ικανότητα"). Υπό αυτό το πρίσμα, η σωστή ανάμιξη πρόσθετων δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναγκαιότητα.
Η ανάμιξη πρόσθετων θα πρέπει να διεξάγεται από τους προμηθευτές λόγω της ιδιότητάς τους ως υπεύθυνοι ποιότητας για το καύσιμο. Η χρήση δευτερευουσών προσμίξεων (βλ. φύλλο 119.0) λαμβάνει χώρα πάντα με ευθύνη του κατόχου του οχήματος, διότι η χρήση τους μπορεί να επηρεάσει τους όρους εγγύησης τόσο των προμηθευτών οχημάτων όσο και των προμηθευτών καυσίμου.
Αποθήκευση και χειρισμός
Οι παρακάτω οδηγίες απευθύνονταν αρχικά σε εκείνους τους πελάτες μας, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες πρατηρίων καυσίμων.
Το καύσιμο Diesel είναι ένας σημαντικός φορέας ενέργειας. Για την απρόσκοπτη χρήση του στο όχημα - σύμφωνα με τις προσδοκίες των πελατών -, πρέπει να ληφθούν υπόψη συγκεκριμένοι τεχνικοί βασικοί κανόνες.
Δεν πρέπει ποτέ να αλλοιώνεται η χρήση των ρεζερβουάρ καυσίμου. Επίσης πρέπει να αποφεύγεται η εναλλάξ πλήρωση με καύσιμο Diesel και βενζίνη. Σε περίπτωση που χρειάζονται και τα δύο είδη καυσίμου πρέπει να διατίθενται (τουλάχιστον) δύο σαφώς ξεχωριστά ρεζερβουάρ καυσίμου. Εάν δεν ληφθεί τηρείται αυτό, είναι αναπόφευκτα τα φαινόμενα μόλυνσης.
Ιδιαίτερα πελάτες, οι οποίοι δεν προμηθεύονται συχνά καύσιμο Diesel, θα πρέπει να εξαντλήσουν το απόθεμα του καλοκαιρινού καυσίμου και του καυσίμου μετάβασης (από καλοκαίρι σε χειμώνα) πριν την παράδοση του χειμερινού καυσίμου.
Το υποδαπέδιο ρεζερβουάρ καυσίμου δεν επιτρέπεται να περιέχει νερό ή άλλες ακαθαρσίες. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα πριν την πλήρωση με χειμερινό καύσιμο Diesel. Σε περίπτωση που περιέχονται ακαθαρσίες, πρέπει να πραγματοποιείται καθαρισμός του ρεζερβουάρ. Ελέγχετε τα υποδαπέδια ρεζερβουάρ καυσίμου σε τακτά χρονικά διαστήματα!
Εάν πραγματοποιηθεί αλλαγή της τροφοδοσίας από καύσιμα χωρίς πρόσθετα σε καύσιμα με πρόσθετα, τότε θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα να είναι καθαρές οι δεξαμενές. Οι απορρυπαντικές ουσίες, που βρίσκονται στο καύσιμο με πρόσθετα και χρησιμεύουν στη διατήρηση της καθαριότητας των συστημάτων τροφοδοσίας καυσίμου των οχημάτων, μπορούν να μεταφέρουν επίσης μικρές ακαθαρσίες από τις δεξαμενές καυσίμων στο σύστημα τροφοδοσίας καυσίμου του οχήματος και έτσι να προκαλέσουν τη γρηγορότερη έμφραξη του φίλτρου.
Η μη τήρηση των κανόνων αυτών μπορεί να προκαλέσει πρόωρη έμφραξη του φίλτρου καυσίμου και προβλήματα κατά την οδήγηση το χειμώνα.
Σημείο ανάφλεξης/κατηγορία κινδύνου
Το σημείο ανάφλεξης του καυσίμου Diesel πρέπει να ανέρχεται πάνω από 55 °C σύμφωνα με το ISO 2719. Το σημείο ανάφλεξης είναι η θερμοκρασία, στην οποία οι ατμοί του καυσίμου Diesel μπορούν να αναφλέγονται με τη χρήση μιας πηγής ανάφλεξης. Αυτό, φυσικά, δεν έχει καμία σημασία για την καύση του κινητήρα, αλλά είναι σημαντικό για τον ασφαλή χειρισμό του καυσίμου Diesel. Με αυτό τον καθορισμό διευκολύνονται οι συνθήκες μεταφοράς για το καύσιμο Diesel.
Ακόμα και οι ελάχιστες προσμείξεις βενζίνης μειώνουν αισθητά το σημείο ανάφλεξης του καυσίμου Diesel. Ενώ το σημείο ανάφλεξης του καυσίμου Diesel βρίσκεται υψηλότερα από αυτό της βενζίνης, η θερμοκρασία αυτανάφλεξης στο καύσιμο Diesel είναι χαμηλότερη από αυτή της βενζίνης.
Καθαρότητα
Το καύσιμο Diesel δεν πρέπει να περιέχει οργανικά οξέα και στερεές ξένες ουσίες, ενώ πρέπει να είναι διαυγές σε θερμοκρασία χώρου.
Για την αποφυγή διάβρωσης, η περιεκτικότητα νερού δεν πρέπει να είναι πάνω από 200 mg/kg. Για να αποφευχθεί η παρουσία οργανομεταλλικών ενώσεων στο καύσιμο Diesel, που προκαλούν φθορές, καθορίστηκε ως μέγιστη επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε τέφρα το 0,01 % του βάρους.
Τα συστατικά του καυσίμου Diesel, με τάση για καρβούνιασμα, μπορούν να προκαλέσουν μεγάλα προβλήματα στον κινητήρα, π.χ. καρβούνιασμα των ακροφυσίων και υπερβολική συγκέντρωση ιζημάτων στο θάλαμο καύσης. Τα καρβουνιάσματα περιορίζονται στο 10 % των υπολειμμάτων απόσταξης.
Λιπαντικότητα
Η μείωση της περιεκτικότητας σε θείο, που πραγματοποιείται τα τελευταία χρόνια για περιβαλλοντικούς λόγους, ανέδειξε το πρόβλημα της λιπαντικότητας του καυσίμου Diesel, γιατί κατά την απαραίτητη υδρογόνωση του ενδιάμεσου αποστάγματος αφαιρούνται και οι φυσικές βελτιωτικές ουσίες λίπανσης του καυσίμου.
Η προσθήκη βελτιωτικών πρόσθετων λίπανσης ήταν απολύτως απαραίτητη μετά τη μείωση της περιεκτικότητας σε θείο στο καύσιμο Diesel, ώστε να αποτρέπονται φθορές που παρουσιάζονταν στο παρελθόν στο σύστημα ψεκασμού. Εν τω μεταξύ, η προσθήκη αυτών των βελτιωτικών πρόσθετων λίπανσης στα καύσιμα Diesel, τα οποία περιέχουν μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων ("FAME"), δεν είναι πλέον απαραίτητη, διότι οι ίδιοι οι FAME περιέχουν βελτιωτικές ουσίες λίπανσης.
Στο EN 590, η ικανότητα λίπανσης ρυθμίζεται μέσω των απαιτήσεων στη "δοκιμή HFRR" ("High Frequency Reciprocating Rig Test"), κατά την οποία ένα σφαιρίδιο υπό φορτίο μετατοπίζεται με εξαναγκαστικές ταλαντώσεις πάνω σε μία πλάκα, ενώ το προς έλεγχο καύσιμο Diesel χρησιμεύει ως μέσο λίπανσης. Αυτή η δοκιμή περιγράφεται στη μέθοδο ελέγχου ISO 12156-1. Ως μέγιστη επιτρεπόμενη οριακή τιμή της ικανότητας λίπανσης στη δοκιμή HFRR καθορίστηκε το 460 µm στους 60 °C για την Ευρώπη.
Αν και η μέθοδος έγινε ευρέως αποδεκτή στον κλάδο, υπάρχουν ακόμα επικρίσεις για την ακρίβεια και τη σημασία της δοκιμής (δηλαδή σε σχέση με την πράξη).
Περιεκτικότητα σε FAME
Το EN 590 επιτρέπει ρητά από την έκδοση 2009 την ανάμειξη μεθυλεστέρα λιπαρών οξέων με μέγιστο ποσοστό 7% του όγκου μεθυλεστέρων λιπαρών οξέων ("FAME"). Αυτό δεν πρέπει να επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα του καυσίμου Diesel, δηλαδή οι απαιτήσεις του EN 590 πρέπει να διατηρηθούν ως έχουν. Ιδιαίτερα πρέπει να τονιστεί, ότι στην Ευρώπη επιτρέπεται μόνο μία ποιότητα FAME για την ανάμειξη, η οποία πληροί τις προδιαγραφές του EN 14214 για το FAME. Περαιτέρω πληροφορίες για το θέμα βλέπε Φύλλο 135.0 "Μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων (FAME) ως καύσιμο Diesel".
Μικροοργανισμοί στο καύσιμο Diesel
Σε περίπτωση υψηλής περιεκτικότητας νερού με τη δημιουργία μιας ξεχωριστής φάσης νερού στο ρεζερβουάρ καυσίμου μπορεί να προκύψει ανάπτυξη μικροοργανισμών στο ρεζερβουάρ καυσίμου (μόλυνση πετρελαίου). Η μόλυνση από μικρόβια επιτείνεται από τους παρατεταμένους χρόνους ακινητοποίησης. Εκτός από τα διαβρωτικά παράγωγα διαχωρισμού των μικροοργανισμών, προκαλείται και βιολάσπη, η οποία μπορεί να φράξει το σύστημα τροφοδοσίας καυσίμου.
Τα παρακάτω συμπτώματα υποδεικνύουν, ότι ένα ρεζερβουάρ οχήματος ή ένα υποδαπέδιο ρεζερβουάρ καυσίμου έχει μολυνθεί από μικροοργανισμούς:
Απαιτείται συχνή αλλαγή φίλτρων καυσίμου λόγω της απώλειας απόδοσης, ουσία υπό μορφή τζελ στο φίλτρο
Εμφάνιση ιχνών έντονης διάβρωσης στο εσωτερικό του ρεζερβουάρ
Λοιπά
Σχεδόν όλες οι προαναφερθείσες ιδιότητες ή/και χαρακτηριστικά εξαρτώνται μεταξύ τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την πυκνότητα, τη διαδικασία βρασμού, το ιξώδες, το σημείο ανάφλεξης, τη συμπεριφορά στο ψύχος και την αναφλεξιμότητα. Εάν αλλάξει μία ιδιότητα, αλλάζουν αναγκαστικά και οι υπόλοιπες.